αὐτόχθων


αὐτόχθων
туземный, коренной житель

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "αὐτόχθων" в других словарях:

  • αὐτόχθων — sprung from the land itself masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθον — αὐτόχθων sprung from the land itself masc/fem voc sg αὐτόχθων sprung from the land itself neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθονας — αὐτόχθων sprung from the land itself masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθονες — αὐτόχθων sprung from the land itself masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθονι — αὐτόχθων sprung from the land itself dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθοσι — αὐτόχθων sprung from the land itself dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθοσιν — αὐτόχθων sprung from the land itself dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθον' — αὐτόχθονα , αὐτόχθονος country and all neut nom/voc/acc pl αὐτόχθονε , αὐτόχθονος country and all masc/fem voc sg αὐτόχθονα , αὐτόχθων sprung from the land itself neut nom/voc/acc pl αὐτόχθονα , αὐτόχθων sprung from the land itself masc/fem acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CECROPS — primus Atheniensium Rex. Euseb. in Chron. l. 1. Οἱ δὲ οὖν κατα τὸν Ω῎γυγον, καὶ τὸν κατακλυσμὸν, βαςιλεῖς; εἰςἱν ὅι δέ. Πρῶτος Κέκροψ, ὁ Διφυής. Iohannes Tzetzes, Chil. 5. Hist. 18. Πρῶτος ἁπάντων Α᾿ττικῆς ὁ Κέκροψ βαςιλεὑει, Apollodotus, l. 3.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • AUTOCHTHONES — populi, qui non alio referunt originem suam; verum ex ipso solo nati videri volunt. Latini Indigenas vocant. Ita quidem Scaliger, qui Αὐτόχθονα et Γηγενῆ eundem vult esle. Unde Marcianum Heracleotem de Ephoro, Cretem αὐτόχθονα vocantem, in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ιθαγενής — ές (ΑΜ ἰθαγενής, ές Α και επικ. τ. ἰθαιγενής) αυτός που κατάγεται από τη χώρα στην οποία κατοικεί, αυτόχθονος, ντόπιος αρχ. 1. αυτός που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο, νόμιμος 2. γνήσιος («ἰθαγενὲς χρυσίον» γνήσιος χρυσός) 3. φρ. «ἰθαγενὲς κύημα»… …   Dictionary of Greek